Μετάφραση του "disputing" σε Ελληνικά
Το αμφισβητώντας είναι η μετάφραση του "disputing" σε Ελληνικά.
disputing
noun
verb
γραμματική
Present participle of dispute. [..]
-
αμφισβητώντας
particleFollowing disclosure, the exporting producer concerned submitted comments, disputing all of the above findings.
Μετά την κοινοποίηση, ο οικείος παραγωγός-εξαγωγέας υπέβαλε παρατηρήσεις, αμφισβητώντας όλα τα ανωτέρω συμπεράσματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disputing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disputing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εδαφική διαφορά
-
αντιλογία · αντιπαράθεση · διαφωνία · λογομαχία · συζήτηση · φιλονικία
-
αμφίβολος · αμφισβητούμενος · διαφιλονικούμενος · διεκδικούμενος
-
συμβιβάζω διαφορές
-
εμπορική διαφορά
-
αμφισβητήσιμος · διαβλητός · συζητήσιμος
-
εργασιακή σύγκρουση
-
αμφισβητών · συζητητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη