Μετάφραση του "Durability" σε Ελληνικά
Οι Ανθεκτικότητα, αντοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Durability" σε Ελληνικά.
Durability
-
Ανθεκτικότητα
And to genetically enhance the durability, pliability, and healing properties of human epidermis.
Και για να βελτιώσουμε την ανθεκτικότητα, την ελαστικότητα και τις ιδιότητες επούλωσης της ανθρώπινης επιδερμίδας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Durability " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
durability
noun
γραμματική
Permanence by virtue of the power to resist stress or force. [..]
-
αντοχή
noun feminineThe advantages of this process are greater durability and much quicker drying.
Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου αυτής είναι η μεγαλύτερη αντοχή στο αποτέλεσμα και σημαντικά συντομότεροι χρόνοι ξήρανσης.
Φράσεις παρόμοιες με "Durability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναλώσιμο (μη διαρκές) αγαθό (εμπόρευμα) · μη διαρκές αγαθό
-
ανθεκτικότητα επαφής
-
απαιτήσεις ανθεκτικότητας
-
Ατομικότητα, συνοχή, απομόνωση, ανθεκτικότητα
-
διαρκές αγαθό
-
ανθεκτικός · γερός · διαρκής · στερεός
-
μη αναλώσιμα αγαθά · μη καταναλώσιμα
-
μη αναλώσιμα αγαθά · μη καταναλώσιμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη