Μετάφραση του "durable" σε Ελληνικά

Οι ανθεκτικός, διαρκής, γερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "durable" σε Ελληνικά.

durable adjective noun γραμματική

able to resist wear, decay; lasting; enduring; [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανθεκτικός

    adjective masculine

    able to resist wear; enduring

    Now, I'm not trying to sell you the brass, but it is durable.

    Τώρα δεν είναι ότι προσπαθώ να σας πουλήσω μπρούντζο, μα είναι ανθεκτικός.

  • διαρκής

    adjective

    Such protection should be effective and of a durable nature ï.

    Η προστασία αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική και διαρκής ï.

  • γερός

    adjective masculine

    able to resist wear; enduring

  • στερεός

    adjective masculine

    (c) each package is clearly and durably marked with:

    γ) Κάθε κόλο φέρει σήμανση καθαρά και στερεά με:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " durable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "durable"

Φράσεις παρόμοιες με "durable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "durable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη