Μετάφραση του "Elevation" σε Ελληνικά

Οι Υψόμετρο, ανύψωση, υψόμετρο, ύψωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Elevation" σε Ελληνικά.

Elevation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Υψόμετρο, ανύψωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Elevation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

elevation noun γραμματική

The act of raising from a lower place, condition, or quality to a higher; said of material things, persons, the mind, the voice, etc.; as, the elevation of grain; elevation to a throne; elevation to sainthood; elevation of mind, thoughts, or character. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υψόμετρο

    noun neuter

    ύψος πάνω από ένα σταθερό σημείο αναφοράς

    The elevation has been captured at the level of the lowest floor above ground.

    Το υψόμετρο αποτυπώθηκε στο επίπεδο του κατώτατου ορόφου πάνω από το έδαφος.

  • ύψωμα

    noun neuter

    Ending before two round hills of high elevation.

    Τελειώνει πριν από αυτούς τους δύο στρογγυλούς λόφους στο ύψωμα.

  • ανύψωση

    noun feminine

    Well, vic needed some elevation to make contact with this wire.

    Λοιπόν, το θύμα χρειαζόταν λίγη ανύψωση ώστε να έρθει σε επαφή με αυτό το καλώδιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αύξηση
    • προαγωγή
    • πρόσοψη
    • ύψωση
    • έξαρση
    • ύψος
    • κορυφή
    • ακμή
    • έξαρμα

Εικόνες με "Elevation"

Φράσεις παρόμοιες με "Elevation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Elevation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη