Μετάφραση του "elevated" σε Ελληνικά

Οι ανώτερος, εξυψωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elevated" σε Ελληνικά.

elevated adjective noun verb γραμματική

Simple past tense and past participle of elevate . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανώτερος

    adjective
  • εξυψωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elevated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elevated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ανελκυστήρας · ανελκυστήρας · ανυψωτήρας · ασανσέρ · ασενσέρ · σιταποθήκη
  • υπερυψωμένο πάρκο
  • ύψωμα
  • αναβαθμισμένη αξιοπιστία
  • φρεάτιο · φρεάτιο ανελκυστήρα
  • Αλγόριθμος SCAN
  • ανάγω κτ σε τέχνη
  • · έξαρμα · έξαρση · ακμή · ανύψωση · αύξηση · κορυφή · προαγωγή · πρόσοψη · υψόμετρο · ύψος · ύψωμα · ύψωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elevated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη