Μετάφραση του "elevator" σε Ελληνικά

Οι ανελκυστήρας, ασανσέρ, σιταποθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elevator" σε Ελληνικά.

elevator noun γραμματική

(US) Permanent construction with a built-in platform that is lifted vertically. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανελκυστήρας

    noun masculine

    If I am right, this elevator will take us to the core.

    Αν έχω δίκιο, αυτός ο ανελκυστήρας θα μας οδηγήσει στον πυρήνα.

  • ασανσέρ

    noun neuter

    A mechanical device consisting of a compartment that may move vertically up and down, and that is used to convey people and cargo between floors of a building.

    This elevator is capable of carrying 10 persons at a time.

    Αυτό το ασανσέρ μπορεί να μεταφέρει δέκα άτομα σε μια στιγμή.

  • σιταποθήκη

    noun masculine

    I worked at a grain elevator for this guy named Wayne.

    Εργάστηκα σε μια σιταποθήκη για κάποιον Γουέιν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ασενσέρ
    • Ανελκυστήρας
    • ανυψωτήρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elevator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elevator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elevator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη