Μετάφραση του "Enable" σε Ελληνικά

Οι Ενεργοποιώ, επιτρέπω, διευκολύνω, επιτρέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enable" σε Ελληνικά.

Enable
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ενεργοποιώ, επιτρέπω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

enable verb γραμματική

(obsolete) To give strength or ability to; to make firm and strong. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διευκολύνω

    verb

    We are hoping that that will enable us to start giving real help to the victims.

    Ευελπιστούμε ότι αυτό θα μας διευκολύνει να αρχίσουμε να προσφέρουμε πραγματική βοήθεια στα θύματα.

  • επιτρέπω

    verb

    That will enable us to have a balance.

    Αυτό θα μας επιτρέψει να έχουμε μια ισορροπία.

  • καθιστώ

    verb

    The operator shall enable reasonable assurance of the integrity of reported emissions to be determined.

    Ο φορέας εκμετάλλευσης καθιστά δυνατή την έκφραση εύλογης βεβαιότητας για την αρτιότητα των αναφερόμενων εκπομπών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ενισχύω
    • προωθώ
    • ενεργοποιώ
    • οπλίζω
    • εκτρέφω
    • αξιώνω
    • καθιστώ δυνατό
    • οπλίζω το χέρι κάποιου
    • παρέχω τη δυνατότητα σε

Φράσεις παρόμοιες με "Enable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη