Μετάφραση του "enabled" σε Ελληνικά

Οι ενεργοποιημένος, ενεργό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enabled" σε Ελληνικά.

enabled adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of enable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενεργοποιημένος

    Notice that the computer has been shipped enabled for power management and what the time settings are;

    Σημείωση ότι ο υπολογιστής έχει αποσταλεί ενεργοποιημένος για τη διαχείριση της ισχύος και ένδειξη των χρονικών ρυθμίσεων,

  • ενεργό

    adjective

    The establishment of the Authority should enable Member States to become more closely involved in scientific procedures.

    Η ίδρυση της Αρχής πρέπει να δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να συμμετέχουν πιο ενεργά στις επιστημονικές διαδικασίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enabled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enabled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enabled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη