Μετάφραση του "Instruction" σε Ελληνικά

Οι Εντολή, οδηγία, οδηγία, εντολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Instruction" σε Ελληνικά.

Instruction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εντολή, οδηγία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Instruction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

instruction noun γραμματική

(uncountable) The act of instructing, teaching, or furnishing with information or knowledge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδηγία

    noun feminine

    that which instructs, or with which one is instructed [..]

    This part shall comprise all instructions and information needed for the area of operation.

    Το μέρος αυτό περιλαμβάνει το σύνολο των πληροφοριών και οδηγιών που απαιτούνται για την περιοχή πτητικής λειτουργίας.

  • εντολή

    noun feminine

    act of instructing, teaching, or furnishing with knowledge; information [..]

    This instruction shall only be issued to those aircraft tuned to the frequency that is blocked.

    Η εντολή εκδίδεται μόνον προς τα αεροσκάφη που είναι συντονισμένα στη φραγείσα συχνότητα.

  • εκπαίδευση

    noun feminine

    act of instructing, teaching, or furnishing with knowledge; information

    The total instrument flight instruction in airship shall comply with paragraph 7.

    Η συνολική πτητική εκπαίδευση με όργανα σε αερόπλοια είναι σύμφωνη με την παράγραφο 7.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμβουλή
    • διδασκαλία
    • καθοδήγηση
    • κατάρτιση
    • διαταγή
    • άσκηση
    • οδηγίες
    • διδαχή
    • διαπαιδαγώγηση
    • γραμμή κώδικα
    • εκπαιδευτική δράση

Εικόνες με "Instruction"

Φράσεις παρόμοιες με "Instruction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Instruction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη