Μετάφραση του "institutionalized" σε Ελληνικά
Οι θεσμοθετημένος, ιδρυματοποιημένος, καθιερωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "institutionalized" σε Ελληνικά.
institutionalized
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of institutionalize. [..]
-
θεσμοθετημένος
In the particular case of Afghanistan, there is no institutionalized political dialogue between the EU and Kabul.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του Αφγανιστάν, δεν υφίσταται θεσμοθετημένος πολιτικός διάλογος μεταξύ ΕΕ και Καμπούλ.
-
ιδρυματοποιημένος
-
καθιερωμένος
-
τρόφιμος
nounIt's what she's been Institutionalized To think of as normal.
Είναι ό, τι έ - μαθε να θεωρεί φυσικό, όσο ήταν τρόφιμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " institutionalized " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "institutionalized" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ιδρυματισμός
-
θεσμοθέτηση
-
εγκλείω · ιδρυματοποιώ · καθιερώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη