Μετάφραση του "instruct" σε Ελληνικά
Οι διδάσκω, εκπαιδεύω, παραγγέλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instruct" σε Ελληνικά.
instruct
adjective
verb
noun
γραμματική
(transitive) To teach or direct; to give instructions. [..]
-
διδάσκω
verbHe is very familiar and delights to instruct the poor saint.
Είναι πολύ οικείος και τέρπεται να διδάσκει το φτωχό άγιο.
-
εκπαιδεύω
verbI instruct you not how to fight, but how to win.
Δεν σε εκπαιδεύω πως να μάχεσαι αλλά πως να κερδίζεις.
-
παραγγέλλω
verbHowever, he instructed us not to preach anymore because it was now wartime.
Εντούτοις, μας παρήγγειλε να πάψουμε να κηρύττουμε επειδή τώρα ήταν περίοδος πολέμου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καθοδηγώ
- οδηγώ
- καταρτίζω
- δίνω οδηγίες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " instruct " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "instruct" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τεχνική οδηγία
-
συστήματα διδακτικής σχεδίασης
-
τεχνική οδηγία
-
Εντολές ανά δευτερόλεπτο
-
Οδηγίες χρήσης
-
Κώδικας συμβολικών εντολών γενικής χρήσεως, για αρχαρίους
-
Αρχιτεκτονική περιορισμένου συνόλου εντολών
-
ψευδοεντολή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη