Μετάφραση του "Lancelot" σε Ελληνικά

Το Λάνσελοτ είναι η μετάφραση του "Lancelot" σε Ελληνικά.

Lancelot proper noun

(Arthurian legend) One of the knights of the round table, a lover of Guinevere. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λάνσελοτ

    proper

    Can't have you nodding off first day on the job, Lancelot.

    Δεν μπορείς να κάνεις οχτάρια πρώτη μέρα στη δουλειά, Λάνσελοτ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lancelot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lancelot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη