Μετάφραση του "Lesson" σε Ελληνικά

Οι Μάθημα, μάθημα, δίδαγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lesson" σε Ελληνικά.

Lesson
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μάθημα

    You should take photography lessons in order to be a photographer.

    Πρέπει να παρακολουθήσεις μαθήματα φωτογραφίας, για να γίνεις φωτογράφος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lesson " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lesson verb noun γραμματική

A section of learning or teaching into which a wider learning content is divided. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάθημα

    noun neuter

    something learned [..]

    You should take photography lessons in order to be a photographer.

    Πρέπει να παρακολουθήσεις μαθήματα φωτογραφίας, για να γίνεις φωτογράφος.

  • δίδαγμα

    noun neuter

    something learned

    I want to read through the lessons before Sunday.

    Θέλω να διαβάσω τα διδάγματα πριν τη Κυριακή.

  • διδάσκω

    verb

    to give a lesson; to teach

    I'll start your lessons when you wake up.

    Όταν ξυπνήσεις, η μαμά θα σου διδάξει τεχνικές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άσκηση
    • δασκαλεύω
    • εργασία
    • μαθήματα

Φράσεις παρόμοιες με "Lesson" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γίνομαι μάθημα σε κπ · δίνω σε κπ ένα μάθημα · διδάσκω κάτι σε κπ
  • εισπράττω ένα δίδαγμα · παίρνω ένα μάθημα
  • μαθήματα ορθοφωνίας
  • παράδειγμα
  • μαζικά διαδικτυακά ανοιχτά μαθήματα
  • γνώση που αποκτήθηκε
  • περιγραφή μαθήματος
  • βρίσκω το δάσκαλό μου · ο παθός μαθός · παίρνω ένα μάθημα · παραδειγματίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lesson" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη