Μετάφραση του "lessor" σε Ελληνικά

Το εκμισθωτής είναι η μετάφραση του "lessor" σε Ελληνικά.

lessor noun γραμματική

The owner of property that is leased [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμισθωτής

    noun

    Therefore, the lessor treats the property as investment property in its individual financial statements.

    Συνεπώς, ο εκμισθωτής μεταχειρίζεται το ακίνητο ως επένδυση σε ακίνητα στις ατομικές οικονομικές καταστάσεις του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lessor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lessor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη