Μετάφραση του "let" σε Ελληνικά

Οι αφήνω, επιτρέπω, ας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "let" σε Ελληνικά.

let verb noun γραμματική

(transitive) To allow, not to prevent (+ infinitive, usually without to). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφήνω

    verb

    Please let me off at the next stop.

    Σας παρακαλώ αφήστε με να κατέβω στην επόμενη στάση.

  • επιτρέπω

    verb

    Let me have him, let me have him!

    Επιτρέψτε μου να τον έχουμε, επιτρέψτε μου να τον έχουμε!

  • ας

    As I am off duty today, let's go to the beach.

    Επειδή σήμερα έχω ρεπό ας πάμε στην παραλία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έστω
    • μίσθωση
    • νοικιάζω
    • ενοικιάζω
    • να
    • άντε
    • κώλυμα
    • εγκρίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " let " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

LET noun

a brutal terrorist group active in Kashmir; fights against India with the goal of restoring Islamic rule of India; "Lashkar-e-Toiba has committed mass murders of civilian Hindus"

+ Προσθήκη

"LET" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LET στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "let" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "let" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη