Μετάφραση του "Outlet" σε Ελληνικά
Οι Έξοδος, εξαγωγή, έξοδος, διέξοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Outlet" σε Ελληνικά.
Outlet
-
Έξοδος, εξαγωγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Outlet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
outlet
noun
γραμματική
a vent or similar passage to allow the escape of something [..]
-
έξοδος
noun feminineThere has to be a drainage outlet down here somewhere.
Πρέπει να υπάρχει κάποια έξοδος αποστράγγισης κάπου εδώ από κάτω.
-
διέξοδος
noun femininePossibly the breakup of his primary sexual outlet.
Πιθανόν η διάλυση της κύριας σεξουαλικής διεξόδου του.
-
αγορά
noun femininePossible outlets for the soaring intervention stocks of maize are limited.
Οι δυνατότητες διάθεσης στην αγορά των αποθεμάτων αραβοσίτου παρέμβασης, που εκτοξεύονται στα ύψη, είναι περιορισμένες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άνοιγμα
- εκβολή
- κατάστημα λιανικής
- πρίζα
- στόμιο
- εκροή
- παροχή
- εμπορικό κατάστημα
- θύρα
- στόμιο εκροής
Εικόνες με "Outlet"
Φράσεις παρόμοιες με "Outlet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρίζα
-
στόμιο (εξαγωγή) υπερχείλισης (υπερπλήρωσης)
-
αγορές
-
Βοηθητική έξοδος αποσύνδεσης
-
πολύπριζο
-
εμπορικό κατάστημα
-
κατάστημα · μαγαζί · πρατήριο
-
μεμονωμένος χρόνος έναρξης κατά στόμιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη