Μετάφραση του "outlets" σε Ελληνικά
Το αγορές είναι η μετάφραση του "outlets" σε Ελληνικά.
outlets
noun
Plural form of outlet. [..]
-
αγορές
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " outlets " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "outlets" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρίζα
-
στόμιο (εξαγωγή) υπερχείλισης (υπερπλήρωσης)
-
Έξοδος, εξαγωγή
-
άνοιγμα · έξοδος · αγορά · διέξοδος · εκβολή · εκροή · εμπορικό κατάστημα · θύρα · κατάστημα λιανικής · παροχή · πρίζα · στόμιο · στόμιο εκροής
-
Βοηθητική έξοδος αποσύνδεσης
-
πολύπριζο
-
εμπορικό κατάστημα
-
κατάστημα · μαγαζί · πρατήριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη