Μετάφραση του "Qualify" σε Ελληνικά
Οι Προκρίνω, εξουσιοδοτώ, προσδιορίζω, χαρακτηρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Qualify" σε Ελληνικά.
Qualify
-
Προκρίνω, εξουσιοδοτώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Qualify " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
qualify
verb
noun
γραμματική
(now rare) To mitigate, alleviate (something); to make less disagreeable. [..]
-
προσδιορίζω
verbLaw. to certify as legally competent. [dictionary.com]
If an observation is qualified by two characteristics, the most important is reported.
Εάν μια παρατήρηση προσδιορίζεται από δύο χαρακτηριστικά, αναγγέλλεται το σημαντικότερο εξ αυτών.
-
χαρακτηρίζω
verbHazardous wastes are qualified by hazard and risk criteria.
Τα επικίνδυνα απόβλητα χαρακτηρίζονται βάσει κριτηρίων που αφορούν τους κινδύνους και την απειλή που συνεπάγονται.
-
μετριάζω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τροποποιώ
- μπορώ
- καταρτίζω
- επιτρέπω
- περιορίζω
- δικαιούμαι
- νομιμοποιούμαι
- νομιμοποιώ
- κάνω
- διαθέτω τα προσόντα
- θεμελιώνω δικαίωμα
- παρέχω τη δυνατότητα σε
- πληρώ τις προϋποθέσεις
- προκρίνομαι
Φράσεις παρόμοιες με "Qualify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειδικευμένο πρόσωπο
-
πλήρως προσδιορισμένο
-
σημαία προσδιοριστικού
-
έχει τα προσόντα · αναγνωρισμένος · αρμόδιος · αρμόδιος, με τους απαιτούμενους τίτλους · διπλωματούχος · ειδικευμένος · κατάλληλος · καταρτισμένος · περιορισμένος · προσοντούχος · πτυχιούχος
-
προσδιορισμός · προσδιοριστικό
-
ειδική πλειοψηφία
-
ισχύουσα άδεια
-
Κατάλογος πιστοποιημένων μερών / προϊόντων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη