Μετάφραση του "qualifier" σε Ελληνικά

Οι προσδιορισμός, προσδιοριστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "qualifier" σε Ελληνικά.

qualifier noun γραμματική

A contestant who qualifies for a stage in a competition. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσδιορισμός

    noun

    The labelling shall include the qualifying term ‘crystallised’ for invert sugar syrup incorporating crystals in the solution.

    Για το σιρόπι ιμβερτοποιημένου σακχάρου που περιέχει κρυστάλλους στο διάλυμα, στην επισήμανση πρέπει να αναγράφεται ο προσδιορισμός «κρυσταλλικό».

  • προσδιοριστικό

    A modifier containing information that describes a class, instance, property, method, or parameter. Qualifiers are defined by the Common Information Model (CIM), by the CIM Object Manager, and by developers.

    Code that indicates the degree of expression of a qualifier or the depth range to which the qualifier applies.

    Κωδικός που καταδεικνύει το βαθμό έκφρασης ενός προσδιοριστικού ή εύρους βαθών στο οποίο εφαρμόζεται το προσδιοριστικό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " qualifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "qualifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ειδικευμένο πρόσωπο
  • πλήρως προσδιορισμένο
  • σημαία προσδιοριστικού
  • έχει τα προσόντα · αναγνωρισμένος · αρμόδιος · αρμόδιος, με τους απαιτούμενους τίτλους · διπλωματούχος · ειδικευμένος · κατάλληλος · καταρτισμένος · περιορισμένος · προσοντούχος · πτυχιούχος
  • Προκρίνω, εξουσιοδοτώ
  • ειδική πλειοψηφία
  • ισχύουσα άδεια
  • Κατάλογος πιστοποιημένων μερών / προϊόντων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "qualifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη