Μετάφραση του "Relevance" σε Ελληνικά

Οι Σχέση, συνάφεια, συνάφεια, σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Relevance" σε Ελληνικά.

Relevance
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχέση, συνάφεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Relevance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

relevance noun γραμματική

The property or state of being relevant or pertinent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάφεια

    noun feminine

    property or state of being relevant, pertinency [..]

    However, this method cannot have the same relevance in the case of airport services.

    Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να έχει την ίδια συνάφεια στην περίπτωση των αερολιμενικών υπηρεσιών.

  • σχέση

    noun feminine

    property or state of being relevant, pertinency

    The relevant expenses were accordingly divided up according to revenue for each product.

    Η κατανομή των σχετικών εξόδων έγινε, ως εκ τούτου, σε σχέση με τον κύκλο εργασιών για κάθε προϊόν.

  • σχετικότητα

    Your Honor, this was excluded from the previous trial for relevance.

    Εξοχότατε, αυτό είχε εξαιρεθεί από τη προηγούμενη δίκη για σχετικότητα.

  • επικαιρότητα

    (διατηρώ την επικαιρότητά μου, παραμένω επίκαιρος)

    The programme is reviewed at mid-term to ensure that it is updated and relevant.

    Το πρόγραμμα αναθεωρείται ενδιάμεσα για να εξασφαλίσει την προσαρμογή του στην επικαιρότητα.

Φράσεις παρόμοιες με "Relevance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Relevance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη