Μετάφραση του "Sailing" σε Ελληνικά
Οι Ιστιοπλοΐα, ιστιοπλοΐα, Ιστιοπλοΐα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sailing" σε Ελληνικά.
-
Ιστιοπλοΐα
Kontides won the silver medal at single-handed Laser class in Men's Sailing.
Ο Κοντίδης κέρδισε το αργυρό μετάλλιο στην κατηγορία Laser στην Ιστιοπλοΐα Ανδρών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sailing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Motion across a body of water in a craft powered by the wind, as a sport or otherwise [..]
-
ιστιοπλοΐα
noun femininemotion across water [..]
If we stop her from sailing, she will hate us.
Αν τη σταματήσουμε από την ιστιοπλοΐα, θα μας μισήσει.
-
Ιστιοπλοΐα
propulsion of a vehicle and the control of its movement with large (usually fabric) foils called sails
If we stop her from sailing, she will hate us.
Αν τη σταματήσουμε από την ιστιοπλοΐα, θα μας μισήσει.
-
ιστιοπλοϊκός
adjectiveIt seems rather doubtful that the sailing club is not at all liable.
Δεν φαίνεται πάντως πιθανό να μην είναι καθόλου υπόλογος ο ιστιοπλοϊκός όμιλος.
-
αναχώρηση πλοίου
noun
Εικόνες με "Sailing"
Φράσεις παρόμοιες με "Sailing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάζω πλώρη
-
κόβω τον αέρα, τη φόρα, σε κπ
-
ιστιοφόρο
-
ιστιοφόρο · κότερο
-
Ερματισμός
-
κάνω με κλειστά μάτια
-
άρμενο · ίστιο · ανοίγω · ανοίγω πανιά · αποπλέω · αρμενίζω · γλιστρώ · θαλασσοπορώ · ιστίο · ιστιοδρομώ · κάνω πανιά · καραβόπανο · πέλω · πανί · πελάζω · πηγαίνω με πλοίο · πλέω · σαλπάρω · ταξιδεύω με πλοίο · τυραννεύω
-
Ιστία