Μετάφραση του "Shortcoming" σε Ελληνικά

Οι Ελάττωμα, ατέλεια, έλλειψη, αδυναμία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Shortcoming" σε Ελληνικά.

Shortcoming
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελάττωμα, ατέλεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Shortcoming " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

shortcoming noun γραμματική

deficiency [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    In order to remedy this shortcoming, it is necessary to require an extension of the field of vision.

    Για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη αυτή, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η επέκταση του οπτικού πεδίου.

  • αδυναμία

    noun feminine

    Only that in spite of his shortcomings, you're gonna have a highly sophisticated antimissile prototype to test tomorrow.

    Μόνο ότι παρά την αδυναμία του, θα έχετε ένα πολύ εξεζητημένο αντιπυραυλικό πρωτότυπο για δοκιμή αύριο.

  • ατέλεια

    noun feminine

    Any shortcoming of the directive cannot be corrected by individual States without its text being officially amended.

    Η όποια ατέλεια της οδηγίας δεν μπορεί να διορθώνεται από τα κατ'ιδίαν κράτη χωρίς επίσημη τροποποίηση του κειμένου της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μειονέκτημα
    • ανεπάρκεια
    • ελάττωμα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Shortcoming" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη