Μετάφραση του "sloop" σε Ελληνικά

Οι καΐκι, κότερο, σλέπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sloop" σε Ελληνικά.

sloop noun γραμματική

(nautical) A single-masted sailboat with only one jib. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καΐκι

    noun neuter

    A sloop's just put in with dispatches from Charleston.

    Μόλις έφτασε ένα καΐκι με αλληλογραφία από το Τσάρλεστον.

  • κότερο

    Noun

    The girls on the sloop over there.

    Τα κορίτσια στο κότερο εκεί πέρα.

  • σλέπι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sloop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sloop"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sloop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη