Μετάφραση του "Worn" σε Ελληνικά
Οι φορεμένος, φοριούνται, φθαρμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Worn" σε Ελληνικά.
Worn
-
φορεμένος
Worn
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Worn " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
worn
adjective
verb
γραμματική
damaged and shabby as a result of much use [..]
-
φοριούνται
verbPast participle of wear
When using any ammoniacal silver solution safety goggles must be worn.
Κατά τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε αμμωνιακού διαλύματος αργύρου, επιβάλλεται αυστηρά να φοριούνται γυαλιά ασφαλείας.
-
φθαρμένος
He will probably arrive here worn out and weary, piece by piece.
Θα φθάσει πιθανώς εδώ φθαρμένος και κουρασμένος, κατά τμήματα.
-
ξαναφορεμένος
Φράσεις παρόμοιες με "Worn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ξεχαρβαλωμένος · φαγωμένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
τετριμμένος
-
εξαντλημένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
-
καταπονημένος · παλαιός · τετριμμένος · φαγωμένος · φθαρμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη