Μετάφραση του "abridge" σε Ελληνικά
Οι συντομεύω, περιορίζω, περικόπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abridge" σε Ελληνικά.
abridge
verb
γραμματική
(transitive) To make shorter; to shorten in duration. [..]
-
συντομεύω
verbReduce in scope while retaining essential elements.
-
περιορίζω
verb"No state shall make or enforce any law which shall abridge the privileges or immunities
«Καμία πολιτεία δεν θα περάσει ή θα επιβάλει νόμο που να περιορίζει τα προνόμια ή τις απαλλαγές
-
περικόπτω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μειώνω
- καταδέχομαι
- κατεβάζω
- μειώνώ
- χαμηλώνω
- καταβιβάζω
- βραχύνω
- μικραίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abridge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abridge
-
Περικόπτω, συντομεύω
Φράσεις παρόμοιες με "abridge" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτομή · περίληψη · περικοπή · συντόμευση · σύνοψη · σύντμηση
-
επιτομή
-
επιτομή · περίληψη · περικοπή · συντομογραφία · συντόμευση · σύνοψη · σύντμηση
-
Agathoergéō
-
συντομευμένη μορφή
-
shorten (a piece of writing) without losing the sense ... περιληπτικός, συντομευμένος · περιληπτικός · συντομευμένος
-
επιτομή · περίληψη · περικοπή · συντομογραφία · συντόμευση · σύνοψη · σύντμηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη