Μετάφραση του "abridged" σε Ελληνικά

Οι shorten (a piece of writing) without losing the sense ... περιληπτικός, συντομευμένος, περιληπτικός, συντομευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abridged" σε Ελληνικά.

abridged adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of abridge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • shorten (a piece of writing) without losing the sense ... περιληπτικός, συντομευμένος

  • περιληπτικός

    On 20 January 1993 it submitted to the MCA, under the provision at issue, an abridged application for a marketing authorisation for captopril.

    Στις 20 Ιανουαρίου 1993 η εταιρία αυτή υπέβαλε στο MCA, βάσει της επίμαχης διατάξεως, περιληπτική αίτηση χορηγήσεως άδειας κυκλοφορίας για το captopril.

  • συντομευμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abridged " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abridged" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abridged" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη