Μετάφραση του "abridgment" σε Ελληνικά
Οι σύνοψη, σύντμηση, περίληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abridgment" σε Ελληνικά.
abridgment
noun
γραμματική
(US) The act of abridging, or the state of being abridged; diminution; lessening; reduction or deprivation; as, an abridgment of pleasures or of expenses. [..]
-
σύνοψη
noun feminine -
σύντμηση
noun feminine -
περίληψη
noun feminineThen you can give me the abridged version of your trip to LuthorCorp the other night.
Δώσε μια περίληψη της επίσκεψής σου στη Λούθορ τις προάλλες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επιτομή
- συντόμευση
- περικοπή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " abridgment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "abridgment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Περικόπτω, συντομεύω
-
επιτομή
-
επιτομή · περίληψη · περικοπή · συντομογραφία · συντόμευση · σύνοψη · σύντμηση
-
βραχύνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνω · μειώνώ · μικραίνω · περικόπτω · περιορίζω · συντομεύω · χαμηλώνω
-
Agathoergéō
-
συντομευμένη μορφή
-
shorten (a piece of writing) without losing the sense ... περιληπτικός, συντομευμένος · περιληπτικός · συντομευμένος
-
επιτομή · περίληψη · περικοπή · συντομογραφία · συντόμευση · σύνοψη · σύντμηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη