Μετάφραση του "absentee" σε Ελληνικά
Οι απών, απούσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absentee" σε Ελληνικά.
absentee
adjective
noun
γραμματική
A person who is absent from his or her employment, school, post, duty, etc. [..]
-
απών
adjective masculineA person who is absent
So, as I said, thank you, from one absentee husband to another.
Όπως είπα λοιπόν, σ'ευχαριστώ σαν ένας απών σύζυγος προς έναν άλλον.
-
απούσα
noun adjectiveThe absentee mom who dropped out of Shane's life.
Η απούσα μητέρα που την κοπάνησε απ'τη ζωή του Σέιν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " absentee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "absentee" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιστολική ψήφος
-
ψηφίζω μέσω επιστολής
-
απουσία · απουσιασμός · συστηματική απουσία από την εργασία
-
απουσία · απουσιασμός · συστηματική απουσία από την εργασία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη