Μετάφραση του "absenteeism" σε Ελληνικά
Οι απουσία, απουσιασμός, συστηματική απουσία από την εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "absenteeism" σε Ελληνικά.
absenteeism
noun
γραμματική
The state of being absent, especially frequently; the practice of an absentee. [..]
-
απουσία
noun feminineIf I sign this... it's declaring my husband absentee.
Αν το υπογράψω αυτό... δηλώνω την απουσία του συζύγου μου.
-
απουσιασμός
masculinestate of being absent
Pupil absenteeism was very near to the target of 18 % for 2009, although it was still too high.
Ο απουσιασμός των μαθητών πλησίασε πολύ τον στόχο του 18 % για το 2009, αν και παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα.
-
συστηματική απουσία από την εργασία
feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " absenteeism " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "absenteeism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιστολική ψήφος
-
απούσα · απών
-
ψηφίζω μέσω επιστολής
-
απούσα · απών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη