Μετάφραση του "absently" σε Ελληνικά

Το αφηρημένα είναι η μετάφραση του "absently" σε Ελληνικά.

absently adverb γραμματική

In an absent or abstracted manner. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφηρημένα

    adverb

    We pick up a piece of candy absent-mindedly and then we take another piece.

    Παίρνουμε ένα γλυκό αφηρημένα και τότε παίρνουμε και άλλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " absently " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "absently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανύπαρκτος · απουσιάζω · απών · αφηρημένος · ελλείπων · ερήμην · λείπω · χωρίς την παρουσία (+Γεν.)
  • απουσιάζω · λείπω
  • είμαι ο μεγάλος απών
  • απρόσεκτος · απών · αφηρημένος · αφηρημἐνος
  • αφηρημάδα
  • απουσιάζω
  • ανύπαρκτος · απουσιάζω · απών · αφηρημένος · ελλείπων · ερήμην · λείπω · χωρίς την παρουσία (+Γεν.)
  • ανύπαρκτος · απουσιάζω · απών · αφηρημένος · ελλείπων · ερήμην · λείπω · χωρίς την παρουσία (+Γεν.)
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "absently" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη