Μετάφραση του "accepted" σε Ελληνικά

Οι αποδεκτός, αναγνωρισμένος, δεκτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "accepted" σε Ελληνικά.

accepted adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of accept. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδεκτός

    adjective masculine

    Actually, in today's context he is recognised and accepted.

    Στη πραγματικότητα, στο σημερινό πλαίσιο είναι αναγνωρισμένος και αποδεκτός.

  • αναγνωρισμένος

    Moreover, practical problems would arise because there is no unanimously accepted definition of the term ‘basic research’.

    Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν υπήρχε ένα καθολικά αναγνωρισμένος ορισμός της έννοιας «βασική έρευνα», θα προέκυπταν πρακτικά προβλήματα.

  • δεκτός

    Products rejected shall not be presented again for acceptance.

    Τα απορριπτόμενα προϊόντα δεν υποβάλλονται εκ νέου για να γίνουν δεκτά.

  • επικρατών, -ούσα, -ούν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accepted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "accepted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accepted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη