Μετάφραση του "acidic" σε Ελληνικά
Οι όξινος, ξινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acidic" σε Ελληνικά.
acidic
adjective
γραμματική
(chemistry) Having a pH less than 7, or being sour, or having the strength to neutralize alkalis, or turning a litmus paper red. [..]
-
όξινος
adjective masculineof or relating to acid [..]
and each year, the ocean becomes more and more acidic.
Και κάθε χρόνο ο ωκεανός γίνεται όλο και πιο όξινος.
-
ξινός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acidic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "acidic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φθοραιθανικό οξύ
-
ισοβουτυρικό οξύ · μεθυλοπροπανικό οξύ
-
ΛΣΔ-25 · διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος · δριμύς · καυστικός · ξινός · ξυνός · οξέα · οξύ · οξύς · στυφός · όξινος
-
2-υδροξυπροπανικό οξύ · γαλακτικό οξύ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη