Μετάφραση του "acidify" σε Ελληνικά

Το ξινίζω είναι η μετάφραση του "acidify" σε Ελληνικά.

acidify verb γραμματική

to make something acid or sour; to convert into an acid; to neutralize alkalis, as to acidify sugar [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξινίζω

    verb

    μεταβατικό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acidify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acidify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη