Μετάφραση του "acidification" σε Ελληνικά

Οι οξίνιση, οξύνιση, όξυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acidification" σε Ελληνικά.

acidification noun γραμματική

The act or process of making something sour (acidifying), or changing into an acid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξίνιση

    feminine

    Addition of an acid to a solution until the pH falls below 7.

    Livestock creates eutrophication as well and contributes to acidification and producing greenhouse gases.

    Τα εκτρεφόμενα ζώα δημιουργούν ευτροφισμό, όπως επίσης συμβάλλουν στην οξίνιση και στην παραγωγή αερίων θερμοκηπίου.

  • οξύνιση

    The nitrosatable substances are converted into nitrosamines by acidification of the aliquot with hydrochloric acid.

    Οι νιτροζώσιμες ουσίες μετατρέπονται σε νιτροζαμίνες με οξύνιση του δείγματος με υδροχλωρικό οξύ.

  • όξυνση

    Noun

    - the deterioration of large transnational water bodies or severe acidification.

    - επιδείνωση της κατάστασης των μεγάλων διεθνικών υδάτινων όγκων, σημαντική όξυνση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acidification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "acidification" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acidification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη