Μετάφραση του "agnostic" σε Ελληνικά
Οι αγνωστικιστής, αγνωστικιστικός, αγνωστικίστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "agnostic" σε Ελληνικά.
agnostic
adjective
noun
γραμματική
A person who holds to a form of agnosticism, especially uncertainty of the existence of a deity. [..]
-
αγνωστικιστής
noun masculineone who holds to a form of agnosticism. [..]
I became what a friend of mine calls a reverent agnostic, which I love.
είχα γίνει "ευσεβής αγνωστικιστής", όπως είπε ένας φίλος μου.
-
αγνωστικιστικός
adjective -
αγνωστικίστρια
noun feminineAnd this conscious defiance is why I, as an agnostic,
Και αυτή η συνειδητή περιφρόνηση, είναι η αιτία γιατί εγώ, ως αγνωστικίστρια,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " agnostic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "agnostic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι αγνωστικίστρια · είμαι αγνωστικιστής
-
αναγνώσιμη σε κάθε συσκευή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη