Μετάφραση του "amen" σε Ελληνικά

Οι αμήν, μακάρι, αμην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amen" σε Ελληνικά.

amen verb noun adverb interjection γραμματική

At the end of Judeo-Christian prayers: so be it. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμήν

    adverb

    expression of strong agreement [..]

    And until that wonderful day when you stand under the chuppah, we say amen.

    Και μέχρι αυτή την υπέροχη ημέρα που θα σταθείς κάτω από τον γαμήλιο θόλο, λέμε αμήν.

  • μακάρι

  • αμην

    Interjection said or sung by Jews or Christians to express a wish that the prayer should be fulfilled.

    The word'Amen'at the end of a prayer is pawned from the praise given to Amen-Ra.

    Η λέξη " Αμην " στο τέλος μιας προσευχής απαντά στον ύμνο που αναφωνείται στον'μων

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • είθε
    • άμποτε
    • άμποτε ˈabo̞ˌte̞
    • αμήν aˈmin
    • γένοιτο
    • γένοιτο ˈʝe̞niˌto̞
    • είθε ˈiθe̞
    • μακάρι maˈkari
    • Αμήν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Amen proper noun

An English surname. [..]

+ Προσθήκη

"Amen" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Amen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "amen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άνεση · αβρότητα · ευκολία · ομορφιά · παροχή · προσόν
  • εγκαταστάσεις υδροψυχαγωγίας
  • παροχές δωματίων
  • δοξάστε με! · είναι έτσι ή δεν είναι; · καλά δεν λέω; · τα λέω καλά;
  • έλα ντε!
  • αγαθός · πειθήνιος · πρόθυμος · σύμφωνος · υπεύθυνος
  • Αμήν
  • άξιος · αμήν Παναγία μου · γεια στο στόμα σου · καλά τα λες · να μου ζήσεις · πες τα χρυσόστομε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη