Μετάφραση του "appointment" σε Ελληνικά
Οι ραντεβού, διορισμός, συνέντευξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appointment" σε Ελληνικά.
The act of appointing; designation of a person to hold an office or discharge a trust. [..]
-
ραντεβού
noun neuterarrangement for a meeting; an engagement
She had an appointment with the doctor.
Είχε ραντεβού στο γιατρό.
-
διορισμός
nounAuthorisation shall be withdrawn by the appointing authority where it considers there are justifiable grounds for doing so.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ανακαλεί την άδεια όταν κρίνει ότι συντρέχει λόγος προς τούτο.
-
συνέντευξη
noun feminineBut she called a press conference, and announced that she wouldn't accept the appointment.
Αλλά κάλεσε συνέντευξη τύπου και ανακοίνωσε ότι δεν θα δεχτεί τη θέση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνάντηση
- αξίωμα
- ανάθεση εργασίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " appointment " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "appointment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καθορισμένος · ταχθείς
-
που ορίζει το δικαστήριο
-
νεοδιόριστος
-
Λεπτομέρειες συναντήσεων
-
γενική παροχή πληρεξουσιότητας
-
βιβλίο συναντήσεων
-
αναθέτω · διορίζω
-
εξουσία διορισμού