Μετάφραση του "attach" σε Ελληνικά

Οι επισυνάπτω, συνδέω, συνάπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attach" σε Ελληνικά.

attach verb γραμματική

(obsolete, law) To arrest, seize. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επισυνάπτω

    verb

    to fasten, to join to [..]

    For your information I attach the most recent version of the draft proposal.

    ρος ενημέρωσή σας, επισυνάπτω την πιο πρόσφατη μορφή του σχεδίου προτάσεως.»

  • συνδέω

    verb

    The kill switch on that necklace is attached to a different circuit.

    Υπάρχει διακόπτης θανάτου στο κολιέ που είναι συνδεδεμένος σε διαφορετικό κύκλωμα.

  • συνάπτω

    verb

    συνδέω

    The attached proposal constitutes the legal instrument for the conclusion of the Protocol.

    Η συνημμένη πρόταση αποτελεί τη νομική πράξη για την σύναψη του πρωτοκόλλου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσδίδω
    • αποδίδω
    • επισύναψη
    • κατάσχω
    • στερεώνω
    • κολλώ
    • προσδένω
    • συνδέoμαι
    • δένω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Attach
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προσαρτώ, συνδέω

Φράσεις παρόμοιες με "attach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη