Μετάφραση του "authentic" σε Ελληνικά

Οι αυθεντικός, γνήσιος, αξιόπιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authentic" σε Ελληνικά.

authentic adjective γραμματική

Of the same origin as claimed; genuine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυθεντικός

    adjective masculine

    of undisputed origin [..]

    Okay,'cause we know that I'm the only authentic one.

    Eντάξει, διότι ξέρουμε ότι εγώ είμαι ο μόνος αυθεντικός.

  • γνήσιος

    The one authentic good guy in my life who let his own life slip away.

    Τον μοναδικό, γνήσια καλό άνθρωπο στη ζωή μου, που άφησε τη δική του ζωή να γλιστρήσει απ'αυτόν.

  • αξιόπιστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authentic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "authentic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authentic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη