Μετάφραση του "authentic" σε Ελληνικά
Οι αυθεντικός, γνήσιος, αξιόπιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authentic" σε Ελληνικά.
authentic
adjective
γραμματική
Of the same origin as claimed; genuine. [..]
-
αυθεντικός
adjective masculineof undisputed origin [..]
Okay,'cause we know that I'm the only authentic one.
Eντάξει, διότι ξέρουμε ότι εγώ είμαι ο μόνος αυθεντικός.
-
γνήσιος
The one authentic good guy in my life who let his own life slip away.
Τον μοναδικό, γνήσια καλό άνθρωπο στη ζωή μου, που άφησε τη δική του ζωή να γλιστρήσει απ'αυτόν.
-
αξιόπιστος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " authentic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "authentic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιλογή ελέγχου ταυτότητας
-
κέντρο Επαλήθευσης
-
βιομετρική επαλήθευση
-
Έλεγχος ταυτότητας πολλαπλών συντελεστών
-
Εκτατό πρωτόκολλο επαλήθευσης · Επεκτάσιμο πρωτόκολλο ελέγχου ταυτότητας
-
αλγόριθμος επαλήθευσης
-
Πρωτόκολλο υποστήριξης για την επαλήθευση στην πρόσβαση δικτύου
-
έλεγχος ταυτότητας με δυνατότητα σύνδεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη