Μετάφραση του "autonomy" σε Ελληνικά

Οι αυτονομία, Αυτονομία, ελευθερία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autonomy" σε Ελληνικά.

autonomy noun γραμματική

(philosophy) The capacity to make an informed, uncoerced decision. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτονομία

    noun feminine

    Self-government [..]

    It shall facilitate dialogue between the social partners, respecting their autonomy.

    Διευκολύνει τον μεταξύ τους διάλογο, σεβόμενη την αυτονομία τους.

  • Αυτονομία

    a concept found in moral, political, and bioethical philosophy

    It shall facilitate dialogue between the social partners, respecting their autonomy.

    Διευκολύνει τον μεταξύ τους διάλογο, σεβόμενη την αυτονομία τους.

  • ελευθερία

    noun feminine

    There is currently very limited scope for party autonomy in matrimonial matters.

    Η ελευθερία βούλησης των μερών στις γαμικές υποθέσεις είναι, προς το παρόν, εξαιρετικά περιορισμένη.

  • αυτοδιοίκηση

    noun

    According to this White Paper, it wants to reinforce local autonomy, and here it is interfering.

    Στην Λευκή Βίβλο επιθυμεί να ενισχύσει την τοπική αυτοδιοίκηση και εν προκειμένω επεμβαίνει ενεργά στην τελευταία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autonomy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Autonomy
+ Προσθήκη

"Autonomy" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Autonomy στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "autonomy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autonomy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη