Μετάφραση του "autopilot" σε Ελληνικά

Το αυτόματος πιλότος είναι η μετάφραση του "autopilot" σε Ελληνικά.

autopilot verb noun γραμματική

A mechanical, electrical, or hydraulic system used to guide a vehicle without assistance from a human being. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτόματος πιλότος

    masculine

    The autopilot is capable of taking you home.

    Ο αυτόματος πιλότος μπορεί να σας φέρει πίσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " autopilot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "autopilot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη