Μετάφραση του "autonym" σε Ελληνικά
Οι αυτώνυμο, εξώνυμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autonym" σε Ελληνικά.
autonym
noun
γραμματική
(taxonomy) An infraspecific name in which the species epithet is repeated. [..]
-
αυτώνυμο
noun -
εξώνυμο
name used by a group to refer to themselves
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autonym " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη