Μετάφραση του "barbaric" σε Ελληνικά

Οι βαρβαρικός, βάρβαρος, απολίτιστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barbaric" σε Ελληνικά.

barbaric adjective γραμματική

Of or relating to a barbarian; uncivilised, uncultured or uncouth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαρβαρικός

    Among my people such things are considered barbarous.

    Ανάμεσα στο λαό μου τέτοια πράγματα θεωρούνται βαρβαρικά.

  • βάρβαρος

    noun masculine

    You claim to be a civilized world and yet you've just committed an act of utter barbarity.

    Ισχυρίζεστε ότι είστε πολιτισμένοι, αλλά μόλις ενεργήσατε ως βάρβαροι!

  • απολίτιστος

    adjective masculine
  • βάναυσος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barbaric " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "barbaric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάρβαρη φυλή · βάρβαρος λαός
  • εκβαρβάρωση · εκβαρβαρισμός · επιστροφή στη βαρβαρότητα · οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα
  • κατρακύλα στη βαρβαρότητα
  • βαρβαρότητα
  • αποκτηνώνω · εκβαρβαρίζω · εξαχρειώνω
  • βαναυσότητα · βαρβαρότητα · θηριωδία · κτηνωδία
  • Βαρβαρισμός · βαναυσότητα · βαρβαρισμός · βαρβαρότητα · εκβαρβαρισμός · θηριωδία · κτηνωδία
  • άγριος · βάναυσος · βάρβαρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barbaric" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη