Μετάφραση του "barbarous" σε Ελληνικά

Οι άγριος, βάναυσος, βάρβαρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barbarous" σε Ελληνικά.

barbarous adjective γραμματική

(said of language) Not classical or pure. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άγριος

    adjective masculine

    The Celts, or Gauls, were considered a fierce, barbarous people, it having been said that they offered their prisoners of war as human sacrifices.

    Οι Κέλτες, ή αλλιώς Γαλάτες, θεωρούνταν άγριος και βάρβαρος λαός, λεγόταν δε ότι πρόσφεραν τους αιχμαλώτους πολέμου ως ανθρωποθυσίες.

  • βάναυσος

    adjective masculine

    She was a cold-blooded monster who performed barbaric experiments on her own son.

    Ήταν ένα ψυχρό τέρας. Που εκτελούσε βάναυσα πειράματα στον ίδιο της τον γιο.

  • βάρβαρος

    adjective masculine

    You claim to be a civilized world and yet you've just committed an act of utter barbarity.

    Ισχυρίζεστε ότι είστε πολιτισμένοι, αλλά μόλις ενεργήσατε ως βάρβαροι!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barbarous " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "barbarous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βάρβαρη φυλή · βάρβαρος λαός
  • εκβαρβάρωση · εκβαρβαρισμός · επιστροφή στη βαρβαρότητα · οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα
  • κατρακύλα στη βαρβαρότητα
  • βαρβαρότητα
  • απολίτιστος · βάναυσος · βάρβαρος · βαρβαρικός
  • αποκτηνώνω · εκβαρβαρίζω · εξαχρειώνω
  • βαναυσότητα · βαρβαρότητα · θηριωδία · κτηνωδία
  • Βαρβαρισμός · βαναυσότητα · βαρβαρισμός · βαρβαρότητα · εκβαρβαρισμός · θηριωδία · κτηνωδία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barbarous" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη