Μετάφραση του "barbed" σε Ελληνικά
Το αγκαθωτός είναι η μετάφραση του "barbed" σε Ελληνικά.
barbed
adjective
verb
γραμματική
Having barbs [..]
-
αγκαθωτός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " barbed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "barbed"
Φράσεις παρόμοιες με "barbed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άγανο · αιχμή · ακίδα · καρφί · μπηχτή · σκουμπρί των ανατολικών παραλιών των ΗΠΑ
-
αγκαθωτό συρματόπλεγμα · αγκαθωτό σύρμα · συρματόπλεγμα
-
αγκαθωτό συρματόπλεγμα · σιδερόφρακτο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη