Μετάφραση του "bisect" σε Ελληνικά
Οι διχοτομώ, διχάζω, Διχοτομώ, διακλαδώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bisect" σε Ελληνικά.
bisect
verb
noun
γραμματική
To cut or divide into two parts. [..]
-
διχοτομώ
verbI point the hour hand at the sun, I bisect the angle between the hand and the 12 to find south.
Στρέφω το αριστερό χέρι στον ήλιο και διχοτομώ τη γωνία ανάμεσα στο χέρι και την ευθεία για να βρω το νότο.
-
διχάζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bisect " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Bisect
-
Διχοτομώ, διακλαδώνω
Φράσεις παρόμοιες με "bisect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διχοτόμηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη