Μετάφραση του "bisexual" σε Ελληνικά
Οι αμφιφυλόφιλος, αμφιφυλόφιλη, ερμαφρόδιτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bisexual" σε Ελληνικά.
bisexual
adjective
noun
γραμματική
(botany) Having both male and female organs. See perfect. [..]
-
αμφιφυλόφιλος
adjective noun masculinebisexual person [..]
Unless you' ve recently decided to be bisexual
Εκτός και αν αποφάσισες να γίνεις αμφιφυλόφιλος
-
αμφιφυλόφιλη
femininebisexual person
Are you gonna hit on my date all weekend, like bisexual Fonzie?
Θα την πέφτεις στη συνοδό μου, όλο το Σαββατοκύριακο, όπως έκανες και με την αμφιφυλόφιλη τη Φόνζι;
-
ερμαφρόδιτος
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπάι
- αμφισεξουαλικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bisexual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bisexual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αμφιφυλοφιλία · αμφιφυλία · αμφιφυλοφιλία · ανδρογυνισμός · ερμαφροδιτισμός
-
Αμφιφυλοφιλία · αμφιφυλία · αμφιφυλοφιλία · ανδρογυνισμός · ερμαφροδιτισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη