Μετάφραση του "bisector" σε Ελληνικά

Το διχοτόμος είναι η μετάφραση του "bisector" σε Ελληνικά.

bisector noun γραμματική

(geometry) A line or curve that bisects or divides a line segment, angle, or other figure into two equal parts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διχοτόμος

    ουσιαστικό feminine

    Perpendicular bisectors reveal the center.

    Κάθετοι διχοτόμοι εμφανίζουν το κέντρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bisector " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bisector"

Φράσεις παρόμοιες με "bisector" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bisector" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη