Μετάφραση του "blindness" σε Ελληνικά
Οι τύφλωση, τυφλότητα, τυφλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blindness" σε Ελληνικά.
blindness
noun
γραμματική
The condition of being blind; unable to see. [..]
-
τύφλωση
noun femininecondition of being blind [..]
It is vanity that blinds us to our own blindness.
Mέσα στην τύφλωση μας, η ματαιοδοξία είναι αυτή που μας τυφλώνει.
-
τυφλότητα
noun femininecondition of being blind
I'm afraid your love for Helen is a greater handicap to her than her blindness or her deafness.
Φοβάμαι πως η αγάπη σας για την Έλεν, είναι μεγαλύτερη αναπηρία γι'αυτήν απ'την τυφλότητα ή την κωφώτητά της.
-
τυφλωση
What madness there is, what blindness, what unintelligent leadership
Τι τρελα υπαρχει, τι τυφλωση, τι βλακωδης καθοδηγηση!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blindness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "blindness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αχρωματοψία · αχρωματοψία · δαλτονισμός
-
διπλό τυφλό τεστ
-
αχρωματοψία
-
στη χώρα των τυφλών ο μονόφθαλμος είναι βασιλιάς · στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος
-
αδιέξοδος · αόματος · αόμματος · γρίλια · γρίλλια · δυσανάγνωστος · παντζούρι · παραθυρόφυλλο · περσίδα · πρόσχημα · ρολά · σκιάδιο · στραβός · τυφλά · τυφλός · τυφλώνω
-
η αγάπη είναι τυφλή
-
ραντεβού στα τυφλά
-
τυφλώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη