Μετάφραση του "blinding" σε Ελληνικά
Οι εκτυφλωτικός, θάμβος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blinding" σε Ελληνικά.
blinding
adjective
noun
verb
adverb
γραμματική
(neologism) To an extreme degree; blindingly. [..]
-
εκτυφλωτικός
adjective masculineThe smoke was so blinding, you could hear the fire better than you could see it.
Ο καπνός ήταν τόσο εκτυφλωτικός, μπορούσες ν'ακούσεις τη φωτιά, καλύτερα απ'ότι να τη δεις.
-
θάμβος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " blinding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "blinding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αχρωματοψία · αχρωματοψία · δαλτονισμός
-
διπλό τυφλό τεστ
-
αχρωματοψία
-
τυφλωση · τυφλότητα · τύφλωση
-
στη χώρα των τυφλών ο μονόφθαλμος είναι βασιλιάς · στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος
-
αδιέξοδος · αόματος · αόμματος · γρίλια · γρίλλια · δυσανάγνωστος · παντζούρι · παραθυρόφυλλο · περσίδα · πρόσχημα · ρολά · σκιάδιο · στραβός · τυφλά · τυφλός · τυφλώνω
-
η αγάπη είναι τυφλή
-
ραντεβού στα τυφλά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη